Πάσχα στην Ελλάδα (Kέρκυρα)

Μ. ΣΑΒΒΑΤΟ: Στις 09.00 το πρωί γίνεται η περιφορά του Επιταφίου της εκκλησίας του Αγίου Σπυρίδωνα. Το 1574 οι Βενετσιάνοι απαγόρευσαν στους Ορθοδόξους την περιφορά του Επιταφίου την Μ. Παρασκευή και έτσι οι από τότε βγάζουν τον Επιτάφιο της εκκλησίας του Αγίου Σπυρίδωνα μαζί με το Σεπτό Σκήνωμα του Αγίου.Αξίζει να σημειώσουμε ότι ειδικά για εκείνη την ημέρα το χρώμα στα φαναράκια που κοσμούν την πλατεία Λιστόν, γίνεται μοβ ως ένδειξη πένθους.

Είναι η παλαιότερη και η πιο κατανυκτική Λιτανεία και ακολουθεί ο Επιτάφιος. Η πομπή κινείται ρυθμικά με τους ήχους των τριών φιλαρμονικών της πόλης σαν ένα σώμα. Μέρα το τέλος της Λιτανείας ο ‘Άγιος θα παραμείνει στη «θύρα» του μέχρι την Τρίτη του Πάσχα για προσκύνημα.

Τώρα ο κόσμος περιμένει την πρώτη Ανάσταση. Καθώς η μεγάλη ώρα πλησιάζει, ντόπιοι και επισκέπτες παίρνουν καίριες θέσεις στη μεγάλη πλατεία και στο Λιστόν για την Πρώτη Ανάσταση. Στις 11.00 ακριβώς το πρωί του Μ. Σάββατο αφού γίνει η ακολουθία στη Μητρόπολη, οι καμπάνες χτυπούν χαρμόσυνα και ο θρήνος δίνει τη θέση του στη…φασαρία.  Τεράστια κανάτια με κόκκινες κορδέλες και γεμάτα νερό –οι περίφημοι μπότηδες– εκτοξεύονται με δύναμη από τα στολισμένα μπαλκόνια προκαλώντας εκκωφαντικό κρότο αλλά και κύματα ενθουσιασμού στο συγκεντρωμένο πλήθος.

Το έθιμο αυτό έχει τις ρίζες του στο χωρίον του Ευαγγελίου «Συ δε ΚύριεΑνάστησον με ίνα συντρίψω αυτούς ως σκεύη κεράμεως».

Και εκεί που η φασαρία των μπότηδων τελειώνει, οι φιλαρμονικές ξεχύνονται στους δρόμους παιανίζοντας χαρμόσυνα αυτή τη φορά. Το αλέγκρο μαρς «Μη φοβάστε Γραικοί» κυριαρχεί στον αέρα.

Ένα άλλο επίσης Κορφιάτικο Πασχαλινό έθιμο που αναβιώνει είναι το «Μαστέλο» (βαρέλι). Πιο αναλυτικά, στην «Pinia» και κάτω από την Μεταλλική Κουκουνάρα που κρέμεται ασάλευτη ακόμα στη διασταύρωση των οδών Νικηφόρου Θεοτόκη και Φιλαρμονικής, μαζεύονται οι Φακίνοι, οι αχθοφόροι της πόλης, οι Πινιαδώροι, οι οποίοι τοποθετούσαν στη μέση του πεζοδρομίου ένα ξύλινο βαρέλι.  

Το βαρέλι αυτό το στόλιζαν με μυρτιές και βέρντε, του έβαζαν νερό και αυτοί σκορπισμένοι στο γύρο χώρο, παρακαλούσαν τους περαστικούς, που αυτή την ώρα ήταν πάρα πολλοί, να ρίξουν νομίσματα για ευχές στο νερό. Όταν πλησίαζε η ώρα της πρώτης Ανάστασης, οι Πηνιαδώροι σκορπισμένοι στην περιοχή της Πιάτσας κυνηγούσαν να βρουν κάποιον να τον ρίξουν στο βαρέλι.

Αυτός μουσκίδι έβρεχε τον κόσμο γύρω του, ενώ περνούσαν οι μπάντες, παίζοντας. Στο τέλος έβγαινε ο βρεγμένος με γέλια και χαρές και έπαιρνε τα χρήματα που είχε το βαρέλι. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει ακόμη και σήμερα, παράλληλα με το έθιμο των Μπότηδων.

25η Μαρτίου

Πιο επίκαιρος από ποτέ στην Ελλάδα των χρόνων της κρίσης ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός που εμπνεύστηκε το έργο του «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» από τον αγώνα των υπερασπιστών του Μεσολογγίου, κατά τη δεύτερη πολιορκία του από τους Οθωμανούς, που κράτησε σχεδόν ένα χρόνο (1825-1826) και κορυφώθηκε με την απέλπιδα έξοδο της Κυριακής των Βαΐων, 10 Απριλίου 1826.

Η κεντρική ιδέα του έργου, όπως αναλύεται στα σχέδια του Σολωμού, είναι ο αγώνας των πολιορκημένων ενάντια στις κακουχίες, ενώ γίνονται πραγματικά ελεύθεροι με την νίκη ενάντια σε μια σειρά από πειρασμούς, όχι μόνο την πείνα και τη σωματική εξασθένηση αλλά και κάθε πειρασμό που προσφέρει η ίδια η ομορφιά της φύσης.

Το έργο εξιστορεί τις τελευταίες ημέρες της πολιορκίας, που συνέβη κατά τη διάρκεια της άνοιξης, λίγο πριν το Πάσχα, ενώ τα δύο πιο χαρακτηριστικά αποσπάσματά του αναφέρονται στην ομορφιά της φύσης κατά την εποχή αυτή.

Carmen (Georges Bizet)

Η Κάρμεν, μια Τσιγγάνα, εργάζεται σε ένα καπνεργοστάσιο στη Σεβίλλη, φρουρούμενο από στρατιώτες. Βρίσκεται κατηγορούμενη όταν αρνείται να απολογηθεί για έναν καβγά στον υπολοχαγό της φρουράς. Αποπλανεί το δεκανέα που θα την οδηγούσε στη φυλακή: τον Δον Χοσέ, λογοδοσμένο με τη νεαρή χωρική Μικαέλα.
Αφήνει την Κάρμεν να δραπετεύσει, κι ο ίδιος φυλακίζεται. Αργότερα η Κάρμεν τον πείθει να λιποτακτήσει, καθώς έχει συγκρουστεί με τον υπολοχαγό του για τα όμορφα μάτια της. Άλλωστε, μπορεί να φανεί χρήσιμος στους λαθρεμπόρους με τους οποίους η ίδια πια δουλεύει. Γρήγορα όμως τον βαριέται και ερωτεύεται ένα διάσημο ταυρομάχο, τον Εσκαμίγιο.
Ο Δον Χοσέ προειδοποιεί την Κάρμεν πως θα συναντηθούν πάλι. Αργότερα, στη Σεβίλλη, την εντοπίζει στις πύλες της αρένας. Την ικετεύει να φύγουν μαζί. Όταν εκείνη τον απορρίπτει ευθέως, ο Δον Χοσέ τη μαχαιρώνει κι έπειτα παραδίδεται στις Αρχές.

H Kάρμεν και οι φίλες της διασκεδάζουν τους αξιωματικούς σ’ ένα πανδοχείο όταν μαθαίνει ότι ο αγαπημένος της Δον Χοσέ αφήνεται ελεύθερος από κράτηση ενός μήνα. Έξω, μια χορωδία και πομπή ανακοινώνει την άφιξη του διάσημου ταυρομάχου Εσκαμίγιο. Ο ίδιος μπαίνει θριαμβευτικά στο πανδοχείο και μιλάει για τον εαυτό του (Τοreador song). Μόλις βλέπει την Κάρμεν και τις τσιγγάνες φίλες της, αμέσως γοητεύεται και τις καλεί κοντά του. Η Κάρμεν αρνείται και τον παραμερίζει.
H ΕΙΣΟΔΟΣ ΤΩΝ ΤΑΥΡΟΜΑΧΩΝ